Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Superstreet
01
υπερόδος, προηγμένος δρόμος
an advanced roadway design that aims to improve traffic flow and safety by reducing conflict points
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
superstreets
Παραδείγματα
The city council approved the construction of a new superstreet to alleviate congestion on the main thoroughfare.
Το δημοτικό συμβούλιο ενέκρινε την κατασκευή μιας νέας υπερόδου για να ανακουφίσει τη συμφόρηση στον κύριο δρόμο.
Λεξικό Δέντρο
superstreet
super
street



























