to admit of
ad
əd
ēd
mit
ˈmɪt
mit
of
əv
ēv

Ορισμός και σημασία του "admit of"στα αγγλικά

to admit of
01

επιτρέπω, παραδέχομαι

to let something happen or exist 
Transitive
to admit of definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
of
βασικό ρήμα
admit
ενεστώτας
admit of
γ΄ ενικό πρόσωπο
admits of
ενεστώτα μετοχή
admitting of
απλός αόριστος
admitted of
παθητική μετοχή
admitted of
Παραδείγματα
The flexible schedule of this job admits of a good work-life balance. 

Το ευέλικτο πρόγραμμα αυτής της δουλειάς επιτρέπει μια καλή ισορροπία μεταξύ εργασίας και προσωπικής ζωής.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store