Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to admit of
[phrase form: admit]
01
επιτρέπω, παραδέχομαι
to let something happen or exist
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
of
βασικό ρήμα
admit
ενεστώτας
admit of
γ΄ ενικό πρόσωπο
admits of
ενεστώτα μετοχή
admitting of
απλός αόριστος
admitted of
παθητική μετοχή
admitted of
Παραδείγματα
The contract should admit of renegotiation if necessary.
Το συμβόλαιο θα πρέπει να επιτρέπει εκ νέου διαπραγμάτευση εάν είναι απαραίτητο.



























