Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to talk around
01
περιστρέφομαι γύρω από το θέμα, μιλώ αόριστα
to discuss a topic in a vague manner, avoiding the main or crucial points
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
around
βασικό ρήμα
talk
ενεστώτας
talk around
γ΄ ενικό πρόσωπο
talks around
ενεστώτα μετοχή
talking around
απλός αόριστος
talked around
παθητική μετοχή
talked around
Παραδείγματα
She talked around the issue, never addressing the real problem.
Μίλησε γύρω από το θέμα, χωρίς ποτέ να θίξει το πραγματικό πρόβλημα.
02
πείθω, προτρέπω
to use words skillfully to convince someone to agree with you or do what you want
Παραδείγματα
She talked her friends around to supporting her idea for the weekend getaway.
Έπεισε τους φίλους της να υποστηρίξουν την ιδέα της για το σαββατοκύριακο.



























