imperative verb
im
ɪm
im
pe
ˈpɛ
pe
ra
tive
tɪv
tiv
verb
vɜ:b
vēb

Ορισμός και σημασία του "imperative verb"στα αγγλικά

Imperative verb
01

ρηματική εντολή, προστακτική

(grammar) a verb or verb phrase that expresses an order to do something 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
imperative verbs
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store