Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to upvote
01
ψηφίζω υπέρ, εγκρίνω
to show one's agreement or approval of an online post or comment by clicking on a specific icon
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
upvote
γ΄ ενικό πρόσωπο
upvotes
ενεστώτα μετοχή
upvoting
απλός αόριστος
upvoted
παθητική μετοχή
upvoted
Παραδείγματα
Do n't forget to upvote posts that you find helpful or insightful to show appreciation for the effort put into them.
Μην ξεχάσετε να ψηφίσετε θετικά τις αναρτήσεις που βρίσκετε χρήσιμες ή διαφωτιστικές για να δείξετε την εκτίμησή σας για την προσπάθεια που καταβλήθηκε σε αυτές.
Upvote
01
θετική ψήφος, υποστήριξη
an action of expressing approval or support for online content, typically by clicking a button
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
upvotes
Παραδείγματα
Every upvote increases the visibility of the post.
Κάθε upvote αυξάνει την ορατότητα της δημοσίευσης.
Λεξικό Δέντρο
upvote
vote



























