Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to upvote
01
ψηφίζω υπέρ, εγκρίνω
to show one's agreement or approval of an online post or comment by clicking on a specific icon
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
upvote
γ΄ ενικό πρόσωπο
upvotes
ενεστώτα μετοχή
upvoting
απλός αόριστος
upvoted
παθητική μετοχή
upvoted
Παραδείγματα
Users are encouraged to upvote content that they find valuable or interesting to increase its visibility.
Οι χρήστες ενθαρρύνονται να ψηφίζουν θετικά το περιεχόμενο που θεωρούν πολύτιμο ή ενδιαφέρον για να αυξήσουν την ορατότητά του.
Upvote
01
θετική ψήφος, υποστήριξη
an action of expressing approval or support for online content, typically by clicking a button
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
upvotes
Παραδείγματα
The post received hundreds of upvotes within an hour.
Η ανάρτηση έλαβε εκατοντάδες ψήφους θετικής αξιολόγησης μέσα σε μια ώρα.
Λεξικό Δέντρο
upvote
vote



























