Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to upturn
01
αναποδογυρίζω, αντιστρέφω
to rotate or flip something in an upward direction
Transitive: to upturn sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
upturn
γ΄ ενικό πρόσωπο
upturns
ενεστώτα μετοχή
upturning
απλός αόριστος
upturned
παθητική μετοχή
upturned
Παραδείγματα
She upturned the box to empty its contents onto the table.
Αναποδογύρισε το κουτί για να αδειάσει τα περιεχόμενά του στο τραπέζι.
Upturn
01
ανάκαμψη, βελτίωση
an improvement or a positive change in a situation, especially in the economy or business
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
upturns
Παραδείγματα
The upturn in the economy was welcomed by businesses across the country.
Η ανάκαμψη της οικονομίας έγινε ευπρόσδεκτη από τις επιχειρήσεις σε όλη τη χώρα.



























