Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
upwardly
Παραδείγματα
The elevator moved upwardly to the top floor of the building.
Ο ανελκυστήρας κινήθηκε προς τα πάνω στον τελευταίο όροφο του κτιρίου.
02
ανοδικά, προς τα πάνω
in a manner that moves or progresses toward a higher level, position, or status
Παραδείγματα
The social group was climbing upwardly, reaching a new level of influence.
Η κοινωνική ομάδα ανέβαινε προς τα πάνω, φτάνοντας σε ένα νέο επίπεδο επιρροής.
Λεξικό Δέντρο
upwardly
upward



























