laksa
lak
ˈlæk
λαικ
sa
σα
/lˈaksə/

Ορισμός και σημασία του "laksa"στα αγγλικά

01

ένα πιάτο που αποτελείται από νουντλς σερβιρισμένα σε μια ζεστή σούπα, με προέλευση από την Άπω Ανατολή

a dish consisting of noodles served in a hot soup, originated in the Far East
laksa definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
laksas
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store