wheatmeal
Pronunciation
/wˈiːtmiəl/

Ορισμός και σημασία του "wheatmeal"στα αγγλικά

01

αλεύρι ολικής άλεσης σιταριού, ολικό αλεύρι σιταριού

an unbleached flour that is made by grinding whole grains of wheat
wheatmeal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wheatmeals
Παραδείγματα
She added a spoonful of wheatmeal to her morning oatmeal for an extra boost of fiber and nutrients.
Πρόσθεσε μια κουταλιά αλεύρι ολικής άλεσης στο πρωινό της πλιγούρι για μια επιπλέον δόση φυτικών ινών και θρεπτικών συστατικών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store