airtime
air
ˈeə
e
time
taɪm
taim

Ορισμός και σημασία του "airtime"στα αγγλικά

01

χρόνος μετάδοσης, διάρκεια μετάδοσης

the amount of time given to a program on television or radio 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The radio station schedules the news broadcast during peak airtime. 

Ο ραδιοφωνικός σταθμός προγραμματίζει την εκπομπή ειδήσεων κατά τις ώρες αιχμής.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store