airwaves
air
ˈeə
e
waves
weɪvz
veivz

Ορισμός και σημασία του "airwaves"στα αγγλικά

01

κύματα, ραδιοκύματα

radio waves used as a medium for broadcasting television and radio programs 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
airwaves
Παραδείγματα
The local radio station broadcasts its programs over the airwaves. 

Ο τοπικός ραδιοφωνικός σταθμός μεταδίδει τα προγράμματά του μέσω των κυμάτων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store