Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
airsick
01
αεροναυτία, ναυτία από πτήση
feeling nauseous and sick when on a moving aircraft
Παραδείγματα
He looked pale and airsick, wishing the flight would end soon.
Φαινόταν χλωμός και αεροναυτιών, ευχόμενος η πτήση να τελειώσει σύντομα.
Λεξικό Δέντρο
airsickness
airsick



























