Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to intercut
01
εναλλάσσω, εισάγω μια λήψη ανάμεσα σε δύο σκηνές
to insert a camera shot between two scenes by cutting them
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
intercut
γ΄ ενικό πρόσωπο
intercuts
ενεστώτα μετοχή
intercutting
απλός αόριστος
intercut
παθητική μετοχή
intercut



























