backlot
back
ˈbæk
bāk
lot
lɒt
lot
backlit

Ορισμός και σημασία του "backlot"στα αγγλικά

01

backlot, εξωτερική περιοχή γυρισμάτων

an outdoor area in a movie studio, where large exterior sets are constructed and some scenes are shot 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
backlots
Παραδείγματα
The bustling backlot of the film studio buzzed with activity as crews prepared elaborate sets for the next blockbuster production. 

Το πολυσύχναστο backlot του κινηματογραφικού στούντιο βούιζε από δραστηριότητα καθώς οι ομάδες ετοίμαζαν περίτεχνα σκηνικά για την επόμενη μεγάλη παραγωγή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

backlot

back

+

lot

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store