skype
skype
skaɪp
skaip
tripeswipegripesnipe

Ορισμός και σημασία του "Skype"στα αγγλικά

01

Skype, μια διαδικτυακή πλατφόρμα για επικοινωνία με ανθρώπους και πραγματοποίηση βιντεοκλήσεων

an online platform for communicating with people and making video calls 
Skype definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
Παραδείγματα
We use Skype for weekly video conferences with our international team members. 

Χρησιμοποιούμε το Skype για τις εβδομαδιαίες τηλεδιασκέψεις με τα μέλη της διεθνούς μας ομάδας.

to skype
01

κάνω Skype, τηλεφωνώ μέσω Skype

to contact someone using the Skype application 
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
Skype
γ΄ ενικό πρόσωπο
Skypes
ενεστώτα μετοχή
Skyping
απλός αόριστος
Skyped
παθητική μετοχή
Skyped
Παραδείγματα
We decided to Skype our relatives overseas to catch up on family news. 

Αποφασίσαμε να Skype τους συγγενείς μας στο εξωτερικό για να ενημερωθούμε για τις οικογενειακές ειδήσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store