Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Skyline
01
γραμμή του ορίζοντα, ορίζοντας
the line at which the sky and Earth appear to meet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
skylines
02
γραμμή του ορίζοντα, σιλουέτα
the outline of objects seen against the sky
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
skyline
sky
line



























