skyscraper
sky
ˈskaɪ
σκαι
scra
skreɪ
σκρει
per
πα

Ορισμός και σημασία του "skyscraper"στα αγγλικά

01

ουρανοξύστης, πύργος

a modern building that is very tall, often built in a city 
skyscraper definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
skyscrapers
Παραδείγματα
The city skyline is dominated by a new skyscraper that towers over all the other buildings. 

Το ορίζοντα της πόλης κυριαρχείται από ένα νέο ουρανοξύστη που υψώνεται πάνω από όλα τα άλλα κτίρια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

skyscraper

sky

+

scraper

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store