Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to skyrocket
01
αναπηδώ, αυξάνομαι ραγδαία
to increase rapidly and dramatically, often referring to prices, numbers, or success
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
skyrocket
γ΄ ενικό πρόσωπο
skyrockets
ενεστώτα μετοχή
skyrocketing
απλός αόριστος
skyrocketed
παθητική μετοχή
skyrocketed
Παραδείγματα
The demand for the new product skyrockets as soon as it hits the market.
Η ζήτηση για το νέο προϊόν ανασηκώνεται μόλις βγει στην αγορά.
Skyrocket
01
πυραύλος, κομμάτι πυροτεχνήματος
sends a firework display high into the sky
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
skyrockets
02
πυραυλικός φωτισμός, πυραυλικός σωστικός
propels bright light high in the sky, or used to propel a lifesaving line or harpoon
Λεξικό Δέντρο
skyrocket
sky
rocket



























