well-cut
well
wɛl
vel
cut
kʌt
kat
L-cut

Ορισμός και σημασία του "well-cut"στα αγγλικά

01

καλά κομμένο, κατασκευασμένο με φροντίδα

‌(of clothes) made with care and style and therefore highly priced 
well-cut definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
best-cut
συγκριτικός βαθμός
better-cut
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store