boat
boat
bəʊt
bewt
boastbloat

Ορισμός και σημασία του "boat"στα αγγλικά

01

βάρκα, σκάφος

a type of small vehicle that is used to travel on water 
boat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
boats
Παραδείγματα
The boat captain guided us through the narrow canals of the city. 

Ο καπετάνιος του σκάφους μας καθοδήγησε μέσα από τα στενά κανάλια της πόλης.

02

σάλτσα, βαρκούλα για σάλτσα

a dish (often boat-shaped) for serving gravy or sauce 
boat definition and meaning
to boat
01

κάνω βάρκα, ταξιδεύω με βάρκα

ride in a boat on water 
to boat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
boat
γ΄ ενικό πρόσωπο
boats
ενεστώτα μετοχή
boating
απλός αόριστος
boated
παθητική μετοχή
boated
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store