Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Boat
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
boats
Παραδείγματα
The boat captain guided us through the narrow canals of the city.
Ο καπετάνιος του σκάφους μας καθοδήγησε μέσα από τα στενά κανάλια της πόλης.
02
σάλτσα, βαρκούλα για σάλτσα
a dish (often boat-shaped) for serving gravy or sauce
to boat
01
κάνω βάρκα, ταξιδεύω με βάρκα
ride in a boat on water
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
boat
γ΄ ενικό πρόσωπο
boats
ενεστώτα μετοχή
boating
απλός αόριστος
boated
παθητική μετοχή
boated



























