boastful
boast
ˈbəʊst
μπεουστ
ful
fəl
φαλ

Ορισμός και σημασία του "boastful"στα αγγλικά

01

καυχησιάρης, μεγαλόστομος

showing excessive self-satisfaction in one's accomplishments, possessions, or capabilities 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most boastful
συγκριτικός βαθμός
more boastful
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, personality, communication
Παραδείγματα
His boastful comments about his recent promotion quickly grew tiresome to his colleagues. 

Τα καυχησιάρικα σχόλιά του για την πρόσφατη προαγωγή του γρήγορα έγιναν κουραστικά για τους συναδέλφους του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

boastfully
boastfulness
boastful
boast
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store