Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Zapper
01
τηλεχειριστήριο, χειριστήριο από απόσταση
* a device that allows you to operate a television, etc. from a distance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
zappers
02
zapper, ηλεκτροσόκ συσκευή
an electrical device that can injure or kill by means of electric currents



























