Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to blurt out
01
πετάγομαι, λέω χωρίς σκέψη
to say something suddenly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
blurt
ενεστώτας
blurt out
γ΄ ενικό πρόσωπο
blurts out
ενεστώτα μετοχή
blurting out
απλός αόριστος
blurted out
παθητική μετοχή
blurted out
Παραδείγματα
Startled by the unexpected news, she blurted out her immediate reaction.
Ξαφνιασμένη από τα απρόσμενα νέα, πετάχτηκε με την άμεση αντίδρασή της.



























