to blurt out
Pronunciation
/blˈɜːt ˈaʊt/

Ορισμός και σημασία του "blurt out"στα αγγλικά

to blurt out
[phrase form: blurt]
01

πετάγομαι, λέω χωρίς σκέψη

to say something suddenly
to blurt out definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
blurt
ενεστώτας
blurt out
γ΄ ενικό πρόσωπο
blurts out
ενεστώτα μετοχή
blurting out
απλός αόριστος
blurted out
παθητική μετοχή
blurted out
Παραδείγματα
Sarah could n't hold back and blurted the answer out in class.
Η Σάρα δεν μπόρεσε να κρατηθεί και πετάχτηκε την απάντηση στην τάξη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store