to blurt out
blurt
blɜ:t
blēt
out
aʊt
awt

Ορισμός και σημασία του "blurt out"στα αγγλικά

to blurt out
01

πετάγομαι, λέω χωρίς σκέψη

to say something suddenly 
to blurt out definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
blurt
ενεστώτας
blurt out
γ΄ ενικό πρόσωπο
blurts out
ενεστώτα μετοχή
blurting out
απλός αόριστος
blurted out
παθητική μετοχή
blurted out
Παραδείγματα
Startled by the unexpected news, she blurted out her immediate reaction. 

Ξαφνιασμένη από τα απρόσμενα νέα, πετάχτηκε με την άμεση αντίδρασή της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store