Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to blurt out
[phrase form: blurt]
01
πετάγομαι, λέω χωρίς σκέψη
to say something suddenly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
blurt
ενεστώτας
blurt out
γ΄ ενικό πρόσωπο
blurts out
ενεστώτα μετοχή
blurting out
απλός αόριστος
blurted out
παθητική μετοχή
blurted out
Παραδείγματα
Sarah could n't hold back and blurted the answer out in class.
Η Σάρα δεν μπόρεσε να κρατηθεί και πετάχτηκε την απάντηση στην τάξη.



























