to blurt
blurt
blɜ:t
blēt
bluntblart

Ορισμός και σημασία του "blurt"στα αγγλικά

to blurt
01

ξεστομίζω, ξερνώ

to say something impulsively; often without careful thinking or consideration 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
blurt
γ΄ ενικό πρόσωπο
blurts
ενεστώτα μετοχή
blurting
απλός αόριστος
blurted
παθητική μετοχή
blurted
Παραδείγματα
He blurted an apology as soon as he realized his mistake. 

Ξέσπασε μια συγγνώμη μόλις συνειδητοποίησε το λάθος του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store