Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to blurt
01
ξεστομίζω, ξερνώ
to say something impulsively; often without careful thinking or consideration
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
blurt
γ΄ ενικό πρόσωπο
blurts
ενεστώτα μετοχή
blurting
απλός αόριστος
blurted
παθητική μετοχή
blurted
Παραδείγματα
He blurted an apology as soon as he realized his mistake.
Ξέσπασε μια συγγνώμη μόλις συνειδητοποίησε το λάθος του.



























