blurt
blurt
blɜrt
μπλερρτ
/blˈɜːt/

Ορισμός και σημασία του "blurt"στα αγγλικά

to blurt
01

ξεστομίζω, ξερνώ

to say something impulsively; often without careful thinking or consideration
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
blurt
γ΄ ενικό πρόσωπο
blurts
ενεστώτα μετοχή
blurting
απλός αόριστος
blurted
παθητική μετοχή
blurted
Παραδείγματα
The child blurted his answer before the teacher had finished the question.
Το παιδί πετάχτηκε με την απάντησή του πριν ο δάσκαλος ολοκληρώσει την ερώτηση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store