Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to wrestle
01
παλεύω, αγωνίζομαι
to engage in a physical competition involving holds, maneuvers, and grappling, often as part of a sport or for recreation
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
wrestle
γ΄ ενικό πρόσωπο
wrestles
ενεστώτα μετοχή
wrestling
απλός αόριστος
wrestled
παθητική μετοχή
wrestled
Παραδείγματα
Athletes often wrestle in competitions to demonstrate strength and skill.
Οι αθλητές συχνά παλεύουν σε διαγωνισμούς για να επιδείξουν δύναμη και δεξιότητα.
02
παλεύω, αγωνίζομαι
to struggle in an effort to overcome a challenging or opposing force
Intransitive: to wrestle with a challenge
Παραδείγματα
The team currently wrestles with the challenges of adapting to the new business environment.
Η ομάδα παλεύει αυτή τη στιγμή με τις προκλήσεις της προσαρμογής στο νέο επιχειρηματικό περιβάλλον.
03
παλεύω, αγωνίζομαι
to think deeply or struggle mentally with a complex idea, decision, or problem
Intransitive: to wrestle with a thought or idea
Παραδείγματα
She wrestled with the idea of leaving her job for months before making a decision.
Πάλεψε με την ιδέα να εγκαταλείψει τη δουλειά της για μήνες πριν πάρει μια απόφαση.
04
παλεύω με, αγωνίζομαι με
to handle or move something with difficulty, often requiring physical strength or effort
Transitive: to wrestle sth somewhere
Παραδείγματα
He wrestled the heavy box onto the shelf, struggling with its weight.
Πάλεψε να τοποθετήσει το βαρύ κουτί στο ράφι, παλεύοντας με το βάρος του.
Wrestle
01
πάλη, χειροδικία
the act of engaging in close hand-to-hand combat
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wrestles
Λεξικό Δέντρο
wrestler
wrestling
wrestle



























