Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
worn
01
φθαρμένος, ξεθωριασμένος
frayed, damaged, or deteriorated due to prolonged use or wear
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most worn
συγκριτικός βαθμός
more worn
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His jacket looked old and worn after years of daily use.
Το σακάκι του φαινόταν παλιό και φθαρμένο μετά από χρόνια καθημερινής χρήσης.



























