worn
worn
wɔ:n
vawn
torncornhornmorn

Ορισμός και σημασία του "worn"στα αγγλικά

01

φθαρμένος, ξεθωριασμένος

frayed, damaged, or deteriorated due to prolonged use or wear 
worn definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most worn
συγκριτικός βαθμός
more worn
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His jacket looked old and worn after years of daily use. 

Το σακάκι του φαινόταν παλιό και φθαρμένο μετά από χρόνια καθημερινής χρήσης.

02

εξαντλημένος, κουρασμένος

drained of energy or vitality 
Παραδείγματα
After a long week of work, his face looked worn and weary. 

Μετά από μια μακρά εβδομάδα δουλειάς, το πρόσωπό του φαινόταν κουρασμένο και εξαντλημένο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store