workout
work
ˈwɜ:k
vēk
out
aʊt
awt

Ορισμός και σημασία του "workout"στα αγγλικά

01

συνεδρία προπόνησης, σωματική άσκηση

a session of physical exercise or practice meant to improve or maintain health, fitness, or strength 
workout definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
workouts
Παραδείγματα
After a stressful day at work, she looked forward to her evening workout to clear her mind and energize her body. 

Μετά από μια αγχωτική μέρα στη δουλειά, ανυπομονούσε για το βραδινό της προπόνηση για να καθαρίσει το μυαλό της και να ενεργοποιήσει το σώμα της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

workout

work

+

out

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store