Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Workings
01
μηχανισμός, λειτουργία
the internal mechanism of a device
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
εξόρυξη, λατομείο
a mine or quarry that is being or has been worked



























