workmate
work
ˈwɜ:k
vēk
mate
meɪt
meit

Ορισμός και σημασία του "workmate"στα αγγλικά

01

συνάδελφος, συμπαίκτης εργασίας

a fellow worker 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
workmates
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store