Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Workman
01
εργάτης, τεχνίτης
a person, typically male, who is employed to perform manual or skilled labor, often involving the use of tools or machinery
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
workmen
Παραδείγματα
The workman repaired the broken fence in the yard.
Ο εργάτης επισκεύασε το σπασμένο φράχτη στην αυλή.
Λεξικό Δέντρο
workmanlike
workmanship
workman



























