woolly-headed
woolly
wʊlihɛdɪd
ουουλιχεντιντ
headed

Ορισμός και σημασία του "woolly-headed"στα αγγλικά

woolly-headed
01

σαστισμένος, θολός

(of a person) lacking clarity or focus 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most woolly-headed
συγκριτικός βαθμός
more woolly-headed
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
cognition, state, health
Παραδείγματα
She felt woolly-headed after staying up all night studying. 

Ένιωθε ζάλη αφού ξαγρύπνησε όλη τη νύχτα μελετώντας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store