Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
woefully
01
θλιμμένα, λυπημένα
with deep sadness and sorrow
Παραδείγματα
After the loss, the defeated team walked off the field woefully, reflecting on what went wrong.
Μετά την ήττα, η ηττημένη ομάδα αποχώρησε θλιμμένα από το γήπεδο, αναλογιζόμενη τι πήγε στραβά.
Παραδείγματα
The communication between the departments was woefully inadequate, resulting in confusion.
Η επικοινωνία μεταξύ των τμημάτων ήταν οικτρά ανεπαρκής, με αποτέλεσμα τη σύγχυση.
Λεξικό Δέντρο
woefully
woeful
woe



























