woe
Pronunciation
/ˈwoʊ/

Ορισμός και σημασία του "woe"στα αγγλικά

01

θλίψη, δυστυχία

a state of suffering or misfortune, often accompanied by a sense of grief or sadness
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The sudden loss of a loved one brought immeasurable woe to the grieving family.
Η ξαφνική απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου έφερε ανυπολόγιστο θλίψη στην θλιμμένη οικογένεια.
02

θλίψη, πένθος

intense mournfulness

Λεξικό Δέντρο

woeful
woe
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store