Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to wobble
01
ταλαντεύομαι, κλυδωνίζομαι
to induce or create an unsteady, rocking, or shaky motion in something
Transitive: to wobble sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
wobble
γ΄ ενικό πρόσωπο
wobbles
ενεστώτα μετοχή
wobbling
απλός αόριστος
wobbled
παθητική μετοχή
wobbled
Παραδείγματα
The gust of wind wobbled the fragile umbrella, threatening to turn it inside out.
Η ριπή ανέμου έκανε την ευπαθή ομπρέλα να ταλαντεύεται, απειλώντας να την γυρίσει ανάποδα.
02
ταλαντεύομαι, τρεμουλιάζω
to shake or tremble with a slight, unsteady motion
Intransitive
Παραδείγματα
The nervous speaker felt her knees wobble as she addressed the large audience.
Η νευρική ομιλήτρια ένιωσε τα γόνατά της να τρεμοπαίζουν καθώς απευθυνόταν στο μεγάλο ακροατήριο.
03
ταλαντεύομαι, κλυδωνίζομαι
to move with an unsteady, rocking, or swaying motion, often implying a lack of stability or balance
Intransitive
Παραδείγματα
The toddler wobbled as he took his first steps, trying to maintain balance.
Το νήπιο κλυδωνιζόταν καθώς έκανε τα πρώτα του βήματα, προσπαθώντας να διατηρήσει την ισορροπία.
Wobble
01
κούνημα, τρεμούλα
an unsteady or shaky swaying movement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wobbles
Παραδείγματα
The table had a noticeable wobble on the uneven floor.
Το τραπέζι είχε μια αξιοσημείωτη κουνιστότητα στο άνισο πάτωμα.
Λεξικό Δέντρο
wobbler
wobbling
wobble



























