to wobble
Pronunciation
/ˈwɑbəɫ/

Ορισμός και σημασία του "wobble"στα αγγλικά

to wobble
01

ταλαντεύομαι, κλυδωνίζομαι

to induce or create an unsteady, rocking, or shaky motion in something
Transitive: to wobble sth
to wobble definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
wobble
γ΄ ενικό πρόσωπο
wobbles
ενεστώτα μετοχή
wobbling
απλός αόριστος
wobbled
παθητική μετοχή
wobbled
Παραδείγματα
The puppy wobbled the water bowl, creating a small puddle on the kitchen floor.
Το κουτάβι κούνησε το μπολ με νερό, δημιουργώντας μια μικρή λακκούβα στο πάτωμα της κουζίνας.
02

ταλαντεύομαι, τρεμουλιάζω

to shake or tremble with a slight, unsteady motion
Intransitive
Παραδείγματα
The singer 's voice began to wobble with vulnerability during the emotional ballad.
Η φωνή του τραγουδιστή άρχισε να τρεμοπαίζει με ευπάθεια κατά τη διάρκεια της συναισθηματικής μπαλάντας.
03

ταλαντεύομαι, κλυδωνίζομαι

to move with an unsteady, rocking, or swaying motion, often implying a lack of stability or balance
Intransitive
Παραδείγματα
The loose wheel on the shopping cart caused it to wobble as it was pushed through the supermarket.
Ο χαλαρός τροχός στο καλάθι αγορών προκάλεσε να ταλαντεύεται καθώς σπρώχνονταν στο σούπερ μάρκετ.
01

κούνημα, τρεμούλα

an unsteady or shaky swaying movement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wobbles
Παραδείγματα
The jar on the shelf had a wobble after the earthquake.
Το βάζο στο ράφι είχε ένα ταλάντευση μετά τον σεισμό.

Λεξικό Δέντρο

wobbler
wobbling
wobble
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store