Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
withdrawn
01
απομονωμένος, εσωστρεφής
(of a person) unwilling to talk to other people or participate in social events
Παραδείγματα
After the breakup, she became withdrawn and avoided social gatherings for a while.
Μετά το χωρισμό, έγινε απομονωμένη και απέφυγε τις κοινωνικές συγκεντρώσεις για κάποιο διάστημα.
02
απομονωμένος, αποσυρμένος
separated from easy access, contact, or participation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most withdrawn
συγκριτικός βαθμός
more withdrawn
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She places her personal belongings in a withdrawn drawer.
Τοποθετεί τα προσωπικά της αντικείμενα σε ένα απομονωμένο συρτάρι.
Λεξικό Δέντρο
withdrawnness
withdrawn
with
drawn



























