Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
withdrawn
01
απομονωμένος, εσωστρεφής
(of a person) unwilling to talk to other people or participate in social events
Παραδείγματα
Since starting at the new school, he became increasingly withdrawn, preferring to spend time alone.
Από τότε που άρχισε στο νέο σχολείο, έγινε όλο και πιο απομονωμένος, προτιμώντας να περνάει χρόνο μόνος.
02
απομονωμένος, αποσυρμένος
separated from easy access, contact, or participation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most withdrawn
συγκριτικός βαθμός
more withdrawn
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The cabin sits withdrawn in the forest.
Το καλύβι βρίσκεται απομονωμένο στο δάσος.
Λεξικό Δέντρο
withdrawnness
withdrawn
with
drawn



























