Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Witch
01
μάγισσα, γόησσα
a person, typically a woman, who is believed to practice magic and cast spells
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
witches
02
μάγισσα, στρίγκλα
a woman regarded as malicious, unpleasant, or ugly
informal
offensive
Παραδείγματα
She muttered witch and shook her head at his stupidity.
Μουρμούρισε μάγισσα και κούνησε το κεφάλι της μπροστά στην ηλιθιότητά του.
03
μάγισσα
a being (usually female) imagined to have special powers derived from the devil
04
μάγισσα, ιέρεια της Wicca
a believer in Wicca
to witch
01
μαγεύω, βάζω ξόρκι
cast a spell over someone or something; put a hex on someone or something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
witch
γ΄ ενικό πρόσωπο
witches
ενεστώτα μετοχή
witching
απλός αόριστος
witched
παθητική μετοχή
witched
Λεξικό Δέντρο
bewitch
witchery
witchlike
witch



























