blowy
blowy
bləʊi
blewi
blowzyblowsy

Ορισμός και σημασία του "blowy"στα αγγλικά

01

ανεμώδης, θυελλώδης

having strong winds that create noticeable movement 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
blowiest
συγκριτικός βαθμός
blowier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
We decided to cancel the picnic because the blowy conditions would make it difficult to enjoy our meal. 

Αποφασίσαμε να ακυρώσουμε το πικνίκ επειδή οι θυελλώδεις συνθήκες θα καθιστούσαν δύσκολη την απόλαυση του γεύματός μας.

Λεξικό Δέντρο

blowy
blow
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store