winding
win
ˈwaɪn
vain
ding
dɪng
ding
winkingwildingwinning

Ορισμός και σημασία του "winding"στα αγγλικά

01

ελιγμούς, κουλουριασμένος

having multiple twists and turns 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most winding
συγκριτικός βαθμός
more winding
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The winding road snaked through the mountain range. 

Ο κουλουριασμένος δρόμος έτρεχε μέσα από τη βουνοσειρά.

02

ελιγμούς, κουλουριασμένος

of a path e.g. 
01

τύλιγμα, στρίψιμο

the act of winding or twisting 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
windings
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store