Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
winding
01
ελιγμούς, κουλουριασμένος
having multiple twists and turns
Παραδείγματα
The winding path through the forest was enchanting.
Το κουφάρι μονοπάτι μέσα από το δάσος ήταν μαγευτικό.
02
ελιγμούς, κουλουριασμένος
of a path e.g.
Winding
01
τύλιγμα, στρίψιμο
the act of winding or twisting
Λεξικό Δέντρο
winding
wind



























