Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
winding
01
ελιγμούς, κουλουριασμένος
having multiple twists and turns
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most winding
συγκριτικός βαθμός
more winding
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The winding road snaked through the mountain range.
Ο κουλουριασμένος δρόμος έτρεχε μέσα από τη βουνοσειρά.
02
ελιγμούς, κουλουριασμένος
of a path e.g.
Winding
01
τύλιγμα, στρίψιμο
the act of winding or twisting
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
windings
Λεξικό Δέντρο
winding
wind



























