Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to blow off
01
αποσπώμαι, ξεριζώνομαι
to become detached due to an explosion or a strong force
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
blow
ενεστώτας
blow off
γ΄ ενικό πρόσωπο
blows off
ενεστώτα μετοχή
blowing off
απλός αόριστος
blew off
παθητική μετοχή
blown off
Παραδείγματα
In the earthquake, windows shattered, and glass fragments blew off into the street.
Στον σεισμό, τα παράθυρα θρυμματίστηκαν και θραύσματα γυαλιού πέταξαν στο δρόμο.
02
ανατινάζω, αποσυνδέω βίαια
to disconnect or remove something forcefully using an explosive device
Παραδείγματα
The firefighters blew the lock off the storage unit to access the equipment.
Οι πυροσβέστες ανέκουφισαν την κλειδαριά της αποθήκης για να αποκτήσουν πρόσβαση στον εξοπλισμό.
03
επιδεικτικά αγνοώ, αψηφώ
to intentionally ignore doing something promised or planned
Παραδείγματα
She consistently blows off appointments without any explanation.
Αυτή αγνοεί συστηματικά τα ραντεβού χωρίς καμία εξήγηση.
04
αγνοώ, παραβλέπω
to ignore, dismiss, or intentionally skip someone
slang
Παραδείγματα
I felt hurt when he blew me off repeatedly.



























