Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to blow off
01
αποσπώμαι, ξεριζώνομαι
to become detached due to an explosion or a strong force
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
blow
ενεστώτας
blow off
γ΄ ενικό πρόσωπο
blows off
ενεστώτα μετοχή
blowing off
απλός αόριστος
blew off
παθητική μετοχή
blown off
Παραδείγματα
As the bomb detonated, the doors of the warehouse blew off with a deafening sound.
Καθώς η βόμβα εξερράγη, οι πόρτες της αποθήκης αποσπάστηκαν με έναν εκκωφαντικό ήχο.
02
ανατινάζω, αποσυνδέω βίαια
to disconnect or remove something forcefully using an explosive device
Παραδείγματα
The engineers carefully blew off the malfunctioning part of the machinery.
Οι μηχανικοί ανέκρουσαν προσεκτικά το ελαττωματικό τμήμα του μηχανήματος.
03
επιδεικτικά αγνοώ, αψηφώ
to intentionally ignore doing something promised or planned
Παραδείγματα
He blew the meeting off and went to the movies instead.
Παράτησε τη συνάντηση και πήγε στον κινηματογράφο αντ' αυτού.
04
αγνοώ, παραβλέπω
to ignore, dismiss, or intentionally skip someone
αργκό
Παραδείγματα
He blew me off when I asked to hang out.
Με αγνόησε όταν του ζήτησα να βγούμε.



























