wholesome
whole
ˈhəʊl
hewl
some
sʌm
sam

Ορισμός και σημασία του "wholesome"στα αγγλικά

01

υγιεινός, ωφέλιμος

having qualities that promote good health and well-being 
wholesome definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most wholesome
συγκριτικός βαθμός
more wholesome
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The wholesome habits of staying hydrated and managing stress played a key role in her overall wellness. 

Οι υγιεινές συνήθειες της υδάτωσης και της διαχείρισης του στρες έπαιξαν κύριο ρόλο στη γενική της ευεξία.

02

θρεπτικός, υγιεινός

(of food) nutritious, healthy, and beneficial for one's well-being 
wholesome definition and meaning
Παραδείγματα
She prefers to cook with wholesome ingredients like fresh vegetables and whole grains. 

Προτιμά να μαγειρεύει με θρεπτικά συστατικά όπως φρέσκα λαχανικά και ολόκληρους σπόρους.

03

ενάρετος, παραδειγματικός

deserving of respect, approval, or admiration due to qualities such as excellence, virtue, skill, or achievement 
Παραδείγματα
The wholesome values taught at the school emphasized honesty, kindness, and respect. 

Οι υγιείς αξίες που διδάσκονταν στο σχολείο τόνιζαν την ειλικρίνεια, την καλοσύνη και τον σεβασμό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store