well-situated
well
ˈwɛl
ουελ
si
σι
tua
ˌʧueɪ
τσουει
ted
tɪd
τιντ
British pronunciation
/wˈɛlsˈɪtʃuːˌeɪtɪd/

Ορισμός και σημασία του "well-situated"στα αγγλικά

well-situated
01

καλά τοποθετημένος, άνετα εύπορος

comfortably well-off
example
Παραδείγματα
He was well-situated enough to support various charitable causes without impacting his lifestyle.
Ήταν καλά τοποθετημένος για να υποστηρίξει διάφορες φιλανθρωπικές αιτίες χωρίς να επηρεάσει τον τρόπο ζωής του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store