well-situated
well
wɛl
ουελ
si
σι
tua
ʧueɪ
τσουει
ted
tɪd
τιντ

Ορισμός και σημασία του "well-situated"στα αγγλικά

well-situated
01

καλά τοποθετημένος, άνετα εύπορος

comfortably well-off 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
best-situated
συγκριτικός βαθμός
better-situated
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
status, finance, lifestyle
Παραδείγματα
After decades in a successful career, he found himself well-situated and able to retire early. 

Μετά από δεκαετίες σε μια επιτυχημένη καριέρα, βρέθηκε σε καλή θέση και σε θέση να συνταξιοδοτηθεί νωρίς.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store