Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Welfare
01
κοινωνική πρόνοια, ευημερία
a financial aid provided by the government for people who are sick, unemployed, etc.
Dialect
American
Παραδείγματα
He applied for welfare after his injury prevented him from working.
Έκανε αίτηση για κοινωνική πρόνοια αφού ο τραυματισμός του τον εμπόδισε να εργαστεί.
02
κοινωνική πρόνοια, κοινωνική προστασία
efforts, policies, or procedures designed to promote the basic well-being of people, often by providing services or protections
Παραδείγματα
The city council implemented welfare measures during the pandemic.
Το δημοτικό συμβούλιο εφάρμοσε μέτρα ευημερίας κατά τη διάρκεια της πανδημίας.



























