Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Weightlifting
01
άρση βαρών, μυική ανάπτυξη
a sport where participants lift heavy weights in predefined movements or exercises
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
weightliftings
Παραδείγματα
He trained rigorously for months to compete in weightlifting at the national championships.
Προπονήθηκε αυστηρά για μήνες για να αγωνιστεί στην άρση βαρών στο εθνικό πρωτάθλημα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
weightlifting
weightlift
weight
lift



























