weightlifting
weight
ˈweɪt
veit
lif
lɪf
lif
ting
tɪng
ting

Ορισμός και σημασία του "weightlifting"στα αγγλικά

01

άρση βαρών, μυική ανάπτυξη

a sport where participants lift heavy weights in predefined movements or exercises 
weightlifting definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
weightliftings
Παραδείγματα
He trained rigorously for months to compete in weightlifting at the national championships. 

Προπονήθηκε αυστηρά για μήνες για να αγωνιστεί στην άρση βαρών στο εθνικό πρωτάθλημα.

Λεξικό Δέντρο

weightlifting
weightlift

weight

+

lift

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store