warring
war
wɔ:
ουο
ring
rɪng
ρινγκ
warmingwarningwarping

Ορισμός και σημασία του "warring"στα αγγλικά

01

πολεμών, εχθρικός

involved in hostilities 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
conflict, politics, society
Παραδείγματα
The warring nations signed a temporary ceasefire. 

Τα εμπόλεμα έθνη υπέγραψαν προσωρινή εκεχειρία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

warring
war
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store