warily
wa
ˈweə
ουε
ri
ρι
ly
li
λι
warmlywearily

Ορισμός και σημασία του "warily"στα αγγλικά

01

προσεκτικά, με δυσπιστία

in a careful manner, with a sense of caution and suspicion 
γραμματικές πληροφορίες
ερωτηματικό επίρρημα
Παραδείγματα
He warily entered the abandoned house, flashlight in hand, ready for any surprises. 

Μπήκε προσεκτικά στο εγκαταλειμμένο σπίτι, με φακό στο χέρι, έτοιμος για οποιαδήποτε έκπληξη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unwarily
warily
wary
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store