warfare
Pronunciation
/ˈwɔɹˌfɛɹ/

Ορισμός και σημασία του "warfare"στα αγγλικά

01

πόλεμος, ένοπλη σύρραξη

involvement in war, particularly using certain methods or weapons
warfare definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Psychological warfare aims to demoralize the enemy, using propaganda and misinformation to weaken their resolve.
Ο ψυχολογικός πόλεμος στοχεύει στην αποθάρρυνση του εχθρού, χρησιμοποιώντας προπαγάνδα και παραπληροφόρηση για να αποδυναμώσει την αποφασιστικότητά του.
02

αγώνας, σύγκρουση

a struggle or competition between opposing groups or ideas
Παραδείγματα
Legal warfare delayed the project for years.
Ο νομικός πόλεμος καθυστέρησε το έργο για χρόνια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store