warden
war
ˈwɔ:
vaw
den
dən
dēn
warren

Ορισμός και σημασία του "warden"στα αγγλικά

01

διευθυντής φυλακής, επιστάτης

the official in charge of a prison or correctional facility, responsible for overseeing the administration, security, and well-being of inmates 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wardens
Παραδείγματα
The warden implemented new security measures to address recent concerns about inmate safety within the prison. 

Ο διευθυντής εφάρμοσε νέα μέτρα ασφαλείας για να αντιμετωπίσει τις πρόσφατες ανησυχίες σχετικά με την ασφάλεια των κρατουμένων στη φυλακή.

Λεξικό Δέντρο

wardenship
warden
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store