Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ward
01
πτέρυγα, μονάδα
a separate area in a hospital for patients with similar conditions
Παραδείγματα
The hospital’s pediatric ward is specifically for children who need medical care.
Η πτέρυγα παιδιατρικής του νοσοκομείου είναι ειδικά για παιδιά που χρειάζονται ιατρική φροντίδα.
02
κηδεμόνας, προστατευόμενος
an individual placed under the care, protection, or legal guardianship of another person
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wards
Παραδείγματα
The orphan became the ward of a local family.
Το ορφανό έγινε κηδεμόνας μιας τοπικής οικογένειας.
03
συνοικία, εκλογική περιφέρεια
an administrative division of a city or town, often used for elections or local governance
Παραδείγματα
The mayor was elected by the citizens of the northern ward.
Ο δήμαρχος εξελέγη από τους πολίτες της βόρειας περιφέρειας.
04
πτέρυγα, τμήμα
a section within a prison, usually containing multiple cells
Παραδείγματα
The new inmates were assigned to the maximum-security ward.
Οι νέοι κρατούμενοι ανατέθηκαν στο τμήμα μέγιστης ασφάλειας.
to ward
01
προστατεύω, φυλάσσω
to protect, guard, or shield someone or something from harm, danger, or undesirable influence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ward
γ΄ ενικό πρόσωπο
wards
ενεστώτα μετοχή
warding
απλός αόριστος
warded
παθητική μετοχή
warded
Παραδείγματα
The parents warded the children from potential hazards.
Οι γονείς προστάτευσαν τα παιδιά από πιθανούς κινδύνους.
Λεξικό Δέντρο
wardship
ward



























